Με τον τρόπο της Αγνής, «Μια τρίχα κόκκινη σαν το αίμα»

•Ιανουαρίου 27, 2017 • Σχολιάστε

agnes-stroubouli-11961

Ήτανε κάποτε ένας άνθρωπος φτωχός κι είχε πολλά παιδιά.

Ό,τι κι αν έκανε δεν μπορούσε να τα θρέψει.

Φορές φορές του ‘ρχότανε να τα σκοτώσει, να μην τ’ ακούει να κλαίνε από την πείνα τους, μα τον προλάβαινε η γυναίκα του και τον ημέρωνε. Ένα βράδυ, ήρθε στον ύπνο του ένα παιδί και του είπε:

-Τι πας να κάνεις, άνθρωπε τυραννισμένε;

Σαν ξυπνήσεις, θα βρεις κάτω απ’ το προσκεφάλι σου έναν καθρέφτη και δυο μαντίλες· μιαν άλικη και μία ξομπλιαστή. Μην πεις τίποτα σε κανέναν. Πάρ’ τα κρυφά από ανθρώπου μάτι, και σύρε κατά κείνο το βουνό. Κει δα κυλάει ένα ποτάμι· συ θα τραβήξεις την αριστερή του όχθη, μέχρι τη νερομάνα. Εκεί θα βρεις μια κόρη που λάμπει σαν τον ήλιο. Έχει μαλλιά σαν χαίτη μακριά, που φθάνουν ως τη μέση κι είναι γδυμνή, όπως την ώρα που γεννήθηκε. Έχε το νου σου, μην σε τυλίξει μες τα μακριά μαλλιά της ή σε δαγκώσει σαν φίδι φαρμακερό. Κι ακόμα, μην πεις λέξη, γιατί αν μιλήσεις θα σε κάνει ψάρι και θα σε καταπιεί. Αν σου γυρέψει να της ψειρίσεις το κεφάλι, ψάξε στα μαλλιά της να βρεις μια τρίχα κόκκινη σαν το αίμα. Άμα τη δεις, ξερίζωσέ τη και φεύγα όσο πιο γρήγορα μπορείς. Εκείνη θα ορμήσει το κατόπι σου, μα εσύ να της πετάξεις  πρώτα την κεντητή μαντίλα, μετά την άλικη και τέλος τον καθρέφτη. Την κόκκινη σαν το αίμα τρίχα να την πουλήσεις σ’ άνθρωπο πλούσιο και πρόσεξε μη σε γελάσει, γιατί η τρίχα αυτή πλούτη αμύθητα αξίζει. Κι έτσι, από δω και μπρος θα ‘χεις να θρέψεις τα παιδιά σου.

Ξυπνά ο φτωχός, κι αλήθεια, βρίσκει στο προσκεφάλι του από κάτω, όλα όσα του είπε το παιδί. Τα παίρνει και κινάει να φύγει, δίχως να πει τίποτα σε κανέναν. Διαβαίνει το βουνό και το ποτάμι κι όχθη την όχθη φτάνει στην πηγή. Κοιτά ένα γύρο· θάμπωσαν τα μάτια του σαν είδε απάνω στην νεροπηγή την κόρη· και να βαστάει στα χέρια της ένα τελάρο καμωμένο με τόξα και βέλη και τεντωμένο απάνω του ένα πανί υφασμένο από παλικαριών πλεξούδες. Και ‘κείνη η κόρη να χρυσοκεντά με βελονιά από ηλιαχτίδες. Ο άνθρωπος πέφτει στα γόνατα εμπρός της μα εκείνη σηκώνεται, τον πλησιάζει και ρωτά:

–  Πούθε έρχεσαι και τι σε φέρνει εδώ, άγνωστο παλικάρι;

Εκείνος άλαλος! Η κόρη τον ρωτά πάλι:

–  Ποιος είσαι· τι γυρεύεις; Πες μου!

Ο άνθρωπος μένει βουβός σαν πέτρα, και με νοήματα της δείχνει πως λαλιά δεν έχει και ζητάει βοήθεια.

Τότες, αυτή του λέει στα γόνατά της να καθίσει, και σκύβει το κεφάλι της να την ψειρίσει. Ο φτωχός άνθρωπος, με την ψυχή στα δόντια, πιάνει και πλέκει κι αναπλέκει τα μαλλιά της, τάχα πως την ψειρίζει, μα ψάχνει την τρίχα, την κόκκινη σαν το αίμα. Τέλος, την ξεχωρίζει, την τραβά με δύναμη κι ευθύς πετιέται απ’ τα γόνατά της κι αρχινά να τρέχει. Η κόρη ξεχύνεται κατόπι του κι ενώ κοντεύει να τον φτάσει, ρίχνει αυτός την ξομπλιαστή μαντίλα, κι εκείνη σκύβει να την πάρει. Όσο να τη γυρίσει απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, κι από τη βελονιά της να σιγουρευτεί πως είναι η σωστή, εκείνος αλαργεύει. Η κόρη δένει τη μαντίλα στο κεφάλι της και τρέχει ολόισια πάνω του, δίχως να βλέπει πού πατεί. Και πάλι θα τον έφτανε, αν δεν πετούσε εκείνος την άλικη μαντίλα, να την αργοπορήσει. Όσο εκείνη στέκει και σαστισμένη την κοιτά, εκείνος ξεμακραίνει πάλι. Τώρα η κόρη χολωμένη πετάει τις μαντίλες κατά γης και μανιασμένη ρίχνεται κατόπι του. Σαν την ακούει εκείνος να βρυχιέται σιμά στ’ αυτί του, πετάει και τον καθρέφτη. Αυτή, για να μη χάσει χρόνο, τον μαζεύει τρέχοντας· και δεν τους χώριζε παρά μια τρίχα, όταν εκείνη κοιτάζεται μες στον καθρέφτη·  θαρρεί πως είναι άλλη που της μοιάζει κι αλλοπαρμένη  χάσκει στην εικόνα.

Έτσι ο φτωχός άνθρωπος ξεμάκρυνε πολύ κι έσωσε το κεφάλι του.

Φτάνει στο σπίτι του αλαφιασμένος και δείχνει την τρίχα την κόκκινη σαν το αίμα στη γυναίκα του και της διηγιέται τ’ όνειρό του. Μα ‘κείνη τον περιγελά για την αποκοτιά του. Φεύγει να μην ακούει  τα λόγια της και τραβά κατά την πόλη την τρίχα να πουλήσει.

Στην αγορά, μαζεύτηκαν γύρω του πολλοί, έμποροι και πραματευτάδεςּ ένας του δίνει εκατό, άλλος διακόσια και τριακόσια, και όλο προσθέτουν στην τιμή μέχρι που κάποιος του τάζει πεντακόσια χρυσά γρόσια. Τότε ζυγώνει ο βασιλιάς ο ίδιος και του δίνει χίλια γρόσια, κι εκείνος ευθύς τηνε πουλά, δίχως άλλα παζάρια.

Έτσι, ο φτωχός πλούτισε και έζησε ζωή χαριτωμένη με τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Μα τι ήταν τάχατες ‘κείνη η τρίχα η κόκκινη σαν το αίμα;

Ο βασιλιάς με μεγάλη προσοχή την ξεφλουδίζει από τη ρίζα ως την άκρη. Κι έπειτα σιγά σιγά την ξετυλίγει και βρίσκει πάνω της ιστορημένα με ψιλή γραφή όλα όσα έγιναν τα πρωτινά τα χρόνια· απ’ την αρχή του κόσμου.

Εκείνο το παιδί που ήρθε στον ύπνο του ήτανε άγγελος Κυρίου και τον οδήγησε για να φανερωθούν τα μυστικά του κόσμου, τα ως τότε α ν ή κ ο υ σ τ α.

Και προς τιμήν σου το ψέμα.

 

Για τη μεταγραφή: Αγνή Στρουμπούλη

*********

Πηγή: Σέρβικα παραμύθια (Momčilo Radić, Απόπειρα 2011)

Advertisements