H αναβολή

(….)
Μα αυτός ακόμη θα κρατά λογαριασμό
την ίδια ατελείωτη παρτίδα σκάκι
θα πριονίζει.
Με τα φτηνά τσιγάρα του
θα χάνεται στη Δύση.

Γιόσεμπα! θα του ειπώ
σπασμένες μουσικές λαμβάνω
σπασμένα χρόνια μου τηλεγραφούν
πως καταφθάνουν.

(Τ.Κ., Ημέρες Φθινοπωρινής Μουσικής)

Image

     Το όλο ζήτημα, ήταν ότι κάπου θα πηγαίναμε. Θέλαμε πολύ να πάμε, και χωρίς αυτό να ειπωθεί, είχε ξεκάθαρα και σιωπηλά κανονιστεί. Αυτό το κάπου, δεν μας είχε επιβληθεί από κανέναν, οπότε δεν υπήρχε συγκεκριμένος χρόνος αναχώρησης ή άφιξης ή αποχώρησης. Αποκλειστικά εμείς ήμασταν αυτοί, που απλά ήθελαν να βρεθούν μαζί σε κάποιο μέρος. Βέβαια, το κάπου, δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί στο ελάχιστο, όχι μόνο ως προς το χρόνο, αλλά και ως προς το χώρο. Επίσης, νομίζω πως κανένας μας δεν είχε σκεφτεί τι ακριβώς-ή έστω περίπου- θα κάναμε εμείς σ’αυτό το σημείο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, απλά κάπου θέλαμε να πάμε, αυτό ήταν όλο, κάπου γενικά, για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν μπορούσαμε, και κυρίως δεν θέλαμε, να μείνουμε εκεί που ήδη είμασταν. Δηλαδή, θέλαμε να φύγουμε από το εκεί, κι αυτό έμοιαζε τόσο επιτακτικό, όσο και αόριστο.

      Στην αρχή, φαινόταν απλό. Απλό, γιατί το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούμασταν, δεν έδειχνε ούτε λίγο περιοριστικό, ούτε λίγο ικανό να λειτουργήσει ανατρεπτικά στις προθέσεις μας. Για να γίνω σαφέστερη, τα πράγματα είχαν ως εξής: Βρισκόμασταν σε ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, διαμπερές, μεγάλα ανοιχτά παράθυρα, μαρμάρινο πάτωμα, καλή θερμοκρασία―ένα δωματιο, σχεδόν άδειο.Κι όταν λέω βρισκόμασταν, εννοώ, εμείς οι δύο. Δηλαδή εγώ, και ο Βαρώνος.

          Ο Βαρώνος έπαιζε σκάκι. Δεν ξέρω από σκάκι, αλλά νομίζω πως οποιοσδήποτε και να βρισκόταν εκεί εκείνη την ώρα, θα θεωρούσε πως το παιχνίδι έφτανε σιγά σιγά στο τέλος του. Υπήρχαν μόνο τρία πιόνια στη σκακιέρα, αλλά εκτός απ’αυτό, το ύφος του, η κινησιολογία, το όλο στυλ που πλαισίωνε το παιχνίδι, έδιναν την εντύπωση πως το αποτέλεσμα ηταν ήδη γνωστό, πως η παρτίδα ουσιαστικά είχε λήξει ήδη, κι απέμενε κάποιο διαδικαστικό, τυπικό κομμάτι, που ήταν ζήτημα λίγου χρόνου να έλθει εις πέρας.

        Είναι βέβαια λογικό να αναρωτηθεί κανείς, εφόσον μέσα στο δωμάτιο ήμασταν μόνο εγώ και ο Βαρώνος, και εφόσον εγώ δεν εχώ ποτέ μου παίξει σκάκι μέχρι σήμερα, ποιο ήταν λοιπόν το δεύτερο πρόσωπο της αναμέτρησης. Αυτή υπήρξε αρχικώς και δική μου απορία. Η απάντηση, όπως αποδείχθηκε όταν πλησίασα στο χώρο του παιχνιδιού, ήταν πολύ απλή και καθόλου μεταφυσική: Δεν υπήρχε δεύτερο πρόσωπο. Ο Βαρώνος έπαιζε μόνος, δηλαδή με τον εαυτό του. Το σκάκι ήταν ακουμπισμένο σε ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι, με δυο καρέκλες αντικρυστα. Εκείνος, άλλαζε θέση, παίζοντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά. Άλλαζε θέση αργά και φυσικά, χωρίς να βιάζεται. Σκεφτόταν πολλή ώρα την κάθε κίνηση, κοιτάζοντας έντονα τη σκακιέρα. Πριν μετακινήσει κάθε πιόνι, έκλεινε τα μάτια. Ήταν εντελώς έτοιμος να φύγουμε. Φορούσε μάλιστα το παλτό του, ένα πολύ φαρδύ παλτό, και η ομπρέλα του βρισκόταν κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας. Θέλω να πω, ήταν εντελώς έτοιμος ο Βαρώνος, κι όπου να ’ναι θα φεύγαμε.

         Εγώ, στεκόμουν λίγο παραπέρα, πλένοντας κάποια πιάτα. Δεν υπήρχε κουζίνα, ο χώρος ήταν ενιαίος, αλλά υπήρχε βρύση σε μια από τις γωνίες του δωματίου. Μέσα στη γούρνα έβλεπα στιβαγμένα καμιά δεκαριά πιάτα, που στην πραγματικότητα δεν έμοιαζαν και τόσο άπλυτα, δεν τα είχαμε χρησιμοποιήσει εμείς, αλλά θεώρησα καλή ιδέα να τα πλύνω, αφου βρίσκονταν εκει μέσα, κι αφού ο Βαρώνος δεν είχε τελειώσει ακόμη το παιχνίδι. Στο κάτω κάτω, ήταν πολύ εύκολο να τα πλύνω αυτά τα πιάτα. Κατά τα άλλα, ήμουν κι εγώ πολύ έτοιμη. Έτοιμη να φύγουμε. Ήξερα πως θα πάμε κάπου, είχα φορέσει κι εγώ το παλτό μου. Ήταν ένα πολύ καινούργιο παλτό που μου άρεσε πολύ, κι εγώ ήμουν εντελώς έτοιμη. Ανα πάσα στιγμή, θα φεύγαμε.

      Αυτό που με παραξένεψε, ήταν πως εκεί που νόμισα πως είχα τελειώσει με τα πιάτα, και πλησίασα για να επιβεβαιώσω το, επίσης, τέλος του παιχνιδιού, συνειδητοποίησα πως αφενός το παιχνίδι βρισκόταν στο ίδιο, ελάχιστα προ του τέλους επίπεδο, και αφετέρου, επιστρέφοντας στη γωνία μου, με έκπληξη διαπίστωσα πως δύο από τα πιάτα βρίσκονταν ακόμη μέσα στη βρύση―προφανώς είχα αφαιρεθεί και τα παρέλειψα. Αυτό δεν ήταν δα και σπουδαία υπόθέση. Απλά δύο πιάτα κι ένα σχεδόν τελειωμένο παιχνίδι. Όλα έμοιαζαν υπο απόλυτο έλεγχο, και το σίγουρο ήταν πως όπου να ναι θα φεύγαμε.

    Σκεφτόμουν πως είχαμε πάρα πολλά να πούμε. Δεν το δείχναμε αλλά βιαζόμασταν, δηλαδή τα πράγματα φαίνονταν να κυλούν χαλαρά και χωρίς βιασύνες, αλλά εγώ βιαζόμουν πολύ, γιατί είχα πάρα πολλά να του πω, κι εκείνος βιαζόταν, το ήξερα, γιατί ήθελε πολύ να ακούσει τα δικά μου, και θα μου λεγε κι εκείνος πολλά άλλα, ακόμη περισσότερα. Είχαμε πολλά να πούμε, αλλά δεν λέγαμε τίποτα, γιατί περιμέναμε να πάμε κάπου και να τα πούμε όλα, δηλαδή απλά θα πηγαίναμε κάπου καλύτερα, δε θέλαμε εδώ, δε θέλαμε έτσι, θα ήταν καλύτερα αλλού, πολύ καλύτερα. Πολύ σύντομα,θα πηγαίναμε κάπου και θα τα λέγαμε όλα επιτέλους.

      Αυτά σκεφτόμουν, καθώς έπλενα τα δύο τελευταία πιάτα. Νομίζω πως το πλύσιμο των πιάτων, αποτελεί την μοναδική οικιακή εργασία της επιλογής μου. Ειδικά όταν το τρεχούμενο νερό είναι ζεστό, το απολαμβάνω. Έτσι κι εκεί, το νερό ήταν τόσο ζεστό όσο χρειαζόταν, κι εγω σκεφτόμουν πόσα πολλά είχαμε να πούμε και πως θα φεύγαμε όπου να ναι. Δεν νομίζω πως πρόλαβα να σκεφτώ κάτι άλλο, αφού τα πιάτα τελείωσαν-άλλωστε τί είναι δυο πιάτα. Σκούπισα πάλι τα χέρια στο παλτό μου, γιατί δεν είδα πουθενά πετσέτα, και πλησίασα  ξανά τον Βαρώνο.

        Προς απογοήτευσή μου, το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει. Συνεχιζόταν, με τα ίδια τρία πιόνια, τα οποία μου φαίνονταν να μην αλλάζουν καν θέσεις, αλλά εγώ, όπως ξαναείπα, δεν ξέρω πολλά από σκάκι, πάντως όλα μου φαίνονταν ίδια κι απαράλλαχτα με και ’γω δεν ξέρω πόσο πριν.Δεν μπορούσα καθόλου να υπολογίσω πόση ώρα είχε περάσει από τότε που κατάλαβα πως το παιχνίδι έφτανε στο τέλος, αλλά μάλλον είχε περάσει αρκετή ώρα. Ώρα ή ώρες; Πόσος καιρός; Δεν ήξερα καθόλου. Το μοναδικό πράγμα που είχε διαφοροποιηθεί από το απροσδιόριστο πριν, είναι πως ο Βαρώνος, φαινόταν λιγότερο χαλαρός και πιο αμήχανος τώρα, δεν έκλεινε πια τα μάτια και άλλαζε καρέκλες πιο βιαστικά, σχεδόν νευρικά. Ήταν φανερό πως έκανε προσπάθειες να τελειώσει το παιχνίδι χωρίς να τον νοιάζει το αποτέλεσμα, αλλά το παιχνίδι δεν έλεγε να τελειώσει. Δεν μπορώ να φανταστώ για ποιο λόγο να μην τελειώνει ένα παιχνίδι, προσπάθησα να παρακολουθήσω για λίγο τη διαδικασία, αλλά τί να φανταστώ και τί να παρακολουθήσω, εγώ δεν ξέρω από τέτοια πράγματα, δεν καταλαβαίνω από σκάκι. Σκέφτηκα πως η απογοήτευση ήταν περιττή, πως ένα παιχνίδι δεν γίνεται παρά να τελειώσει και, δεν μπόρει, θα τελείωνε σύντομα.

     Το ακόμη καλύτερο είναι, πως επιστρέφοντας στη γωνία με το νεροχύτη, παρατήρησα κάποια ποτήρια μάλλον άπλυτα, που προς στιγμή μου είχαν διαφύγει.

      Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα, πως το σκηνικό είχε επαναληφθεί πολύ περισσότερες φορές απ’όσες νόμιζα και θα επαναλαμβανόταν ακόμη τόσες. Από τη μία εγώ κι ο Βαρώνος με τα παλτά, που θέλουμε να πάμε κάπου, κι από την άλλη πολλά άπλυτα πιάτα και μια παρτίδα σκάκι που έχει τον ατελείωτο. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, είναι τον Βαρώνο να με κοιτάζει με βλέμμα λυπημένο, μια έκφραση εκρεμμότητας―ήταν η μοναδική στιγμή που με κοίταξε―και να βγάζει με πολύ αργές κινήσεις το παλτό του. Θυμάμαι πώς το έβγαζε: με κλειστά τα μάτια.

      Εγώ, άνοιξα τα μάτια από τον βίαιο ήχο που εξέπεμψε το ψηφιακό μου ξυπνητήρι, και πάτησα αυτόματα αναβολή.Τα ξαναέκλεισα, και περίμενα να δω αν αυτή η αναβολή θα μου εξασφάλιζε τη συνέχεια του ονείρου. Πράγματι, ο Βαρώνος βρισκόταν ακόμη στο ίδιο δωμάτιο, με το παλτό και την ομπρέλα του κρεμασμένα στη μία από τις δύο καρέκλες, τα τρία πιόνια στη σκακιέρα και πολλά άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη. Εγώ όμως, δεν ήμουν πια εκεί. Στη συνέχεια, ασυνέχεια. Το σκηνικό αλλάζει. Εγώ κάπου, σε κάποιο πάρκο ίσως, κάτι να διαβάζω, να χάνομαι ρεμβάζοντας, χωρίς πιάτα και χωρίς Βαρώνο, φορούσα πάντως το πάλτο μου, το ίδιο καινούργιο παλτό που μου άρεσε τόσο, αλλά αυτά είναι από άλλο παραμύθι.

      Την ίδια μέρα μιλήσαμε στο τηλέφωνο, βιαστικά όπως πάντα. Μετά από μια σειρά αυτοματοποιημένα συνηθισμένων ερωτήσεων, του εξιστόρησα το όνειρο ως είχε. Ο Βαρώνος, έμεινε λιγάκι σκεφτικός, και μετά μου πρότεινε ενθουσιωδώς να  διαλέξουμε το ιδανικό μέρος για να γράψουμε μαζί ένα θεατρικό βασισμένο στο ίδιο αυτό θέμα. Εννοείται πως δεν γράψαμε απολύτως τίποτα, όπως και στο όνειρο δεν πήγαμε τελικώς πουθενά. Δεν γράψαμε μαζί τουλάχιστον, κι ούτε πήγαμε μαζί. Αρκετά αργότερα, του έγραψα εγώ ένα γράμμα, εξηγώντας του πως αν είχαμε πράγματι τόσα πολλά να γράψουμε, ή έστω να πούμε, δεν ήταν ανάγκη να μετακινηθούμε, αφου το εδώ δεν ήταν καθόλου λιγότερο πρόσφορο από το εκεί. Είχαμε κάθε δυνατότητα να δημιουργήσουμε το κάπου μας, μέσα στο εδώ και στο τώρα. Δεν του το έδωσα ποτέ το γράμμα αυτό. Και δεν πρόκειται ξανά για το αποτέλεσμα κάποιας διαιωνιζόμενης αναβολής. Όταν άρχισα να το γράφω, είχαμε ήδη βρεθεί ο καθένας στο δικό του αλλού, κι αυτό το ήξερα. Για την ακρίβεια, το ήξερα καλά, πριν ξεκινήσω να το γράφω. Το μόνο που θέλω καμιά φορά  να τον ρωτήσω, είναι μήπως από πάντα βρισκόμασταν αλλού, μηπως δε συναντηθήκαμε. Αλλά όλοι ξέρουμε πώς είναι αυτά τα πράγματα. Όταν μια ερώτηση μοιάζει άκαιρη, είτε άσκοπη, είτε και λίγο επικίνδυνη, ή και απαντημένη ίσως, ε τότε προσποιούμαστε ότι συνεχώς αναβάλλουμε να τη θέσουμε, λέμε «όταν τον δω θα τον ρωτήσω» ξέροντας κατά βάθος πως ποτέ δε θα τη θέταμε την ερώτηση―και ’γω το ήξερα, και μη ρωτήσετε από πότε ή από πού κι ως πού. Βέβαια, ό,τι και να ρωτήσετε, θα αυτοσχεδιάσω. Θα έχω πάντα κάτι να σας πω. Η ιστορία, μάλλον δεν τελείωσε ποτέ, όπως και η παρτίδα με το σκάκι. Τελικά, όλα ανατράπηκαν ή αναβλήθηκαν. Όλα, εκτός από τη συνέχεια της ιστορίας.

Advertisements

~ από pavlinamarvin στο Απρίλιος 19, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: