Το πλανόδιο μπονζάι

Image

        Τριγύριζε το μικρό Mπονζάι. Αποφασισμένο στην αρχή, αφιοσιωμένο. Ρωτούσε πάντοτε: «Εγώ Μπονζάι, εσείς;». Δεν του απαντούσαν πάντοτε. Κάποτε, το μπέρδεψαν με μποστάνι. Άλλοτε, ερωτεύτηκε μια ρώσικη νουβέλα. «Είμαι Μπονζάι, το υπέρμικρο διήγημα», της είπε. «Ω, ναι, εξαίρετα τα μπαλέτα μπολσόι! Τί ευγενής η πρόθεσή σας! Μα, λυπάμαι, είστε τόσο μικροκαμωμένο, που στέκεται αδύνατον να σας μάθω να χορεύετε. Τόσο μικρόσωμο που είστε, πόσο θα σας ταλαιπωρήσουν οι διασκελισμοί..». Σιωπηλό έφυγε εκείνο. Στο λίγότερο χιόνι, ίσως μ’αναγνωρίσουν, σκέφτηκε, και τρύπωσε στην πατατούκα ενός ταξιδιώτη.

    Σε μια υπόγεια παρισινή βιβλιοθήκη, γεμάτη στριμωγμένους, καταρραμένους ενδεκασύλλαβους, «είμαι Mπονζάι», αποτόλμησε ξανά, «το υπέρμικρο διήγημα». «Μπόνσουάρ» αποκρίθηκε τρεκλίζοντας ο πιο μεθυσμένος όλων και κακάσκημος σαν γαλατικό σκυλί, «μπόνσουάρ», επανέλαβε καχύποπτα, εξφενδονίζοντας αυτή τη φορά μια μεγάλη ποσότητα ξερατών πάνω στο ανυποψίαστο είδος, εκκεντρικά προσκαλώντας το να συμποσιαστεί. «Μιαν άλλη φορά», ψέλισσε το μικρό Μπονζάι προσπαθώντας μάταια να ερμηνεύσει τις παραφορές. «Τώρα, καλύτερα να γυρίσω σπίτι. Μπόνσουάρ», προσέθεσε πικρά, και πήρε το οτομοτρίς.

       Τί θλιβερή επιστροφή. Το μικρό Μπονζάι, δεν φαντάστηκε ποτέ του πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις με άλλη γλώσσα. Το μόνο που ήθελε, ήταν κάποιον ν’αγαπήσει τη σύντομη ιστορία του. Στα κρυφά, είχε μάλιστα επιθυμήσει μια συνοδοιπορία που να οδηγήσει σε καινούργιες ιστορίες. Δεν πίστευε σε τίποτα, εκτός, σ’ αυτό το ταίριασμα. Το ταίριασμα είναι συνήθως αναπάντεχο, είχε διαβάσει κάπου. Τελικά, απευθύνθηκε στην ιαπωνική πρεσβεία. Στη γραμματεία του είπαν, πως δεν προβλέπονται άλλα ραντεβού έξω απ’τα ανθρώπινα. Ζήτησε δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί. «Τα λογοτεχνικά είδη δεν προβλέπεται να διαμαρτύρονται εδώ, ούτε καν οι συγγραφείς», απάντησε η γραμματέας, μικραίνοντας ακόμη πιο πολυ τα μάτια της.

     Το μικρό Μπονζάι, μάζεψε από το πάτωμα τα φύλλα του, και σκυφτό προχώρησε προς την έξοδο. Λίγο πριν εξέλθει και της μεγαλύτερης, αποχαιρετιστήριας καγκελόπορτας του κτιρίου, μπουρινιασμένο καθώς ήταν, σκόνταψε πάνω σε μιαν όμορφη γηραιά γλάστρα. Επρόκειτο μάλλον για τον πιο μεγαλοπρεπώς χαριτωμένο φυτικό νανισμό που συνάντησε ποτέ. «Με συγχωρείτε», έσπευσε να πει γοητευμένο. «Παρακαλώ πολύ», του αποκρίθηκε ευγενικά εκείνη, και συνέχισε επιδεικνύοντας περήφανα τους περιποιημένους της βλαστούς: «Εγώ Μπονζάι, εσείς;»

Advertisements

~ από pavlinamarvin στο Απρίλιος 17, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: