Τα ρούχα του Παναγιώτη

«Ααχ! ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες, στην ζωή σου, τίποτε!»
Γ.Μ. Βιζυηνός

Αμήχανη ήμουν. Κακοντυμένη. Αδέξια βάδιζα. Όλες οι τσουκνίδες των στενότατων πεζοδρομίων δικαιολογημένα μου επιτίθενταν ανελέητα, και δεν ήταν Δευτέρα πρωί εργασίας, αν αυτό νομίσατε· Κυριακή ήταν, που υπό άλλες συνθήκες ίσως θα λέγαμε «καλώς το απόγευμα». Όμως τώρα, βάδιζα χωρίς προορισμό και περίπου χωρίς μάτια, ώσπου είδα, μ’ένα τυχαίο χαμένο μου βλέμμα, εκείνο το, αδύνατον να μην αναγνωρίσω, πλεχτό κασκόλ, τυλιγμένο στον ψηλό λαιμό του μπουφάν με τα διαστημικά χρώματα, και κάτω το  μακρύ όσο δεν παίρνει πανταλόνι με τις τσέπες, και κάτω-κάτω τα παπούτσια του Παναγιώτη, α ναι, τα άνετα παπούτσια του, πολύ πιο άνετα τώρα, ανάλαφρα βάδιζαν. Στην πλάτη, να το σακίδιο με βάθος αλλά―τι του συνέβη;― δίχως βάρος, για πρώτη φορά. Τα πρωτοφανώς ανέμελα ρούχα ήταν σίγουρα του φίλου μου του Παναγιώτη, και στιγμιαία πόση ελπίδα για λίγες βιαστικές κουβέντες με πλημμύρισε, όμως ο φίλος μου δεν ήταν πουθενά, κανένα μέλος του δεν διεφαίνετο εντός τους. Αν μη τι άλλο δίχως σκέψεις, ακολούθησα την καλοβαλμένη φορεσιά, αισχυνόμενη για την δική μου ασκήμια και την ωχρότητά μου. Παρακολούθησα τα ρούχα του Παναγιώτη να επιβιβάζονται αξιοσημείωτα υπερήφανα στο αστικό λεωφορείο και κορδωτά να αποβιβάζονται λίγο αργότερα σε τελείως άγνωστό μου ζαχαροπλαστείο, στην, πεζοδρομημένη τώρα, οδό Μητροπόλεως. Η ενδυμασία εισήχθη στο γλυκοπωλείο χωρίς κανένα πρόσκομμα. Εμένα, που τόλμησα να ανοίξω την γυάλινη πόρτα, με υποδέχτηκε ευγενέστατη κολλαρισμένη λευκή ποδιά, δίδοντάς μου, χωρίς όμως λόγια, να καταλάβω, πως επρόκειτο για πολυτελές ζαχαροπλαστείο που λειτουργούσε αποκλειστικά για να τέρπει ενδύματα ευρισκόμενα σε άδεια, και μόνον κάθε Κυριακή, νωρίς το απόγευμα. Αυτά μου χειρονόμησε η στολή, κλείνοντας στην μούρη μου σταδιακά την πόρτα. Απομακρύνθηκα δέκα βήματα. Τελικά, μετακινήθηκα περισσότερο, να δω τουλάχιστον μέρος του ενδότερου θεάματος από την τζαμαρία, και τότε να: τα ρούχα του Παναγιώτη, αδύνατον, είχαν συναντηθεί σε χαμηλό, στρογγυλό τραπεζάκι με το δικό μου βελούδινο μαύρο φόρεμα, παλαιότερη επιλογή της μητέρας, αγνώριστο μιας και καλοσιδερωμένο όπως ποτέ πριν, α, να και τα στρογγυλά μου μαύρα ψηλά μποτίνια που ενώ στα πόδια μου δεινοπαθούσαν πόσο επιδέξια τώρα λικνίζονταν και διασταυρώνονταν, και το μικρό, βέβαια, πανταχού παρόν, το άλλοτε σκονισμένο, στραπατσαρισμένο μαύρο καπέλο μου, καθαρό και λουσάτο σήμερα, με το ψεύτικο διπλό μαργαριτάρι, που από μηνών το νόμιζα χαμένο, να γυαλίζει επιδεξιότατα καρφιτσωμένο επί της κορδέλας του. Κινούνταν ευχαριστημένα τα σύνολα, και χειρονομούσαν ζωηρά και εντός ολίγου είχαν φτάσει στο τραπέζι τους οι λευκές ποδιές σερβιτόρες και σέρβιραν εξαίσια γλυκίσματα, κορμούς και πραλίνες του πάθους, και, αντί του να προσεταιριστεί έκαστος ρουχισμός μας ολόκληρα μερικά εξ’αυτών, οι καθήμενοι τα μοίρασαν χαρούμενοι όλα εξ’ ημισίας, όπως μοίρασαν προσεκτικά στα μικρά, δίχως χερούλι, ποτήρια τους και το τσάι, που, σε αντίθεση με τα δικά μας γούστα, τα ρούχα μας με κύματα-κύματα την ζάχαρη το έπιναν. Από τα ελαφρώς τρανταζόμενα μανίκια στο σημείο των ώμων καταλάβαινα πως πρόκειται για μακρά, ευχάριστη συζήτηση με αστεία και γέλια. Λίγο πριν αποχωρήσω του θεάματος, πλήρης μελαγχολίας και καταπόνησης, πήρε το μάτι μου κάτι το ελάχιστο, που όμως, πόσο σωτήρια και θεαματικά με παρηγόρησε: τα χαρούμενα ρούχα του Παναγιώτη, ξαφνικά, εγκατέλειψαν για λίγο τη συντροφιά των δικών μου ρούχων· σηκώθηκαν και στάθηκαν μπροστά στην εξώπορτα του καφενείου, στην γυάλινή του πόρτα, στραμμένα προς εμένα, και τότε, το ατσαλάκωτο παντελόνι άρχισε να τεντώνεται μία και δύο και τρεις, στο σημείο όπου θα βρισκόταν ντυμένο άλλοτε το λοξό πονεμένο αριστερό γόνατο του Παναγιώτη, και οι πτυχώσεις στην διάρκεια του τεντώματος φανέρωναν θαρρώ τον ίδιο πόνο, την ίδια στάση και το ελάττωμα του φίλου μου, και εκείνη την ώρα σκέφτηκα πως, ναι, στην τέλεια χαρούμενη συνάντηση των ρούχων μας κάτι έμεινε από μας, από την δυσλειτουργία μας τελοσπάντων, την αστάθειά μας, την απολογία, κάτι έμεινε, έστω από συνήθεια, από γυμνό αυτοματισμό έστω, έμεινε αυτό το κάτι στο γόνατο, γροθιά να δίνει, να πονά η ανοίκεια σ’εμάς τελειότητα.

Advertisements

~ από pavlinamarvin στο Ιανουαρίου 29, 2012.

2 Σχόλια to “Τα ρούχα του Παναγιώτη”

  1. […]
    🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: