Με τον Λευτέρη και τον Τάσο στο πάρκο

ή

εν αγνοία τους οι  Πούλιος, Καπερνάρος

μεταξύ τους και μαζί μου*

 

Είμαστε στριμμένοι. Κάνουμε μανικά κούνια που τρίζει σε ένα παραμελημένο αστικό πάρκο με πυκνή άναρχη βλάστηση και δεν ξέρουμε τί ώρα είναι. Κάθομαι στη μέση, γίνομαι αγόρι για να με αφήνουν να ακούω, τρία αγόρια το ένα με φόρεμα και όλα έντρομα μπροστά στο χρόνο.

Τ.Κ.―ΝΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕ ΡΟΛΟΓΑΚΙ

Κωστάκη, από δω κι εμπρός

τα ρολογάκια θα ρυθμίζουν τη ζωή σου.

Κομμένη η αναρχία των σοκολατούχων και των παραμυθιών.

Από δω κι εμπρός

χιλιάδες ρολογάκια σιωπηλά κι απάνθρωπα

χιλιάδες ρολογάκια που ηχούν δαιμονισμένα.

Λ.Π―ΤΟ ΡΟΛΟΙ

Έχω ένα μικρό ρολόι στο κεφάλι μου

που δουλεύει δουλεύει άπαυτα δουλεύει

μετρώντας τον εσωτερικό χρόνο ρυθμίζοντας

την αρμονία του είναι μου.

είναι ένα μαγαζάκι με ρολόγια το κορμί μου

που παίζουν συνεχώς μα ωστόσο ξέφρενα

τη συμφωνία της ζωής·

μπορώ να πω πως είμαι ένα μεγάλο κάθετο εκρεμμές

πού σε κάθε τίκ τάκ γεννάει

Αφροδίτες και Ερμήδες.

Σαν να τους ξέρω χρόνια, σ’ένα πεδίο απροσπέλαστο στη φθορά. Λέω πως θα μιλήσουν για τα περασμένα, έχουνε πιο πολλά από μένα, όμως, στα αζήτητα η δράση, τα ταξίδια, τα μεγάλα γεγονότα. Κερδίζει μία νύχτα, ένα βρακί, μία μπουκάλα.

 

Λ.Π.―ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΕΧΕΤΑΙ ΤΙΤΛΟ

Πιωμένος κι ευτυχισμένος παραπατάω απόψε

στα κατεψυγμένα βαθουλώματα ανεξάντλητου κεφιού.

(…)

Με κυκλώνει από παντού

μια ζωή από βρακιά.

Τ.Κ―ΔΕΗΣΗ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

(…)

Αργά τη νύχτα

την όλα που όλα τα χέρια αναπαύονται

Το χέρι της―πώς διάβολο την έλεγαν;―

έσκυψε και είπε

«ξέρεις, δεν φορώ βρακί».

Αγκαλιαστήκαμε πονεμένα

σαν χέρια τυφλά.

Η νύχτα κάλπαζε γοργά ουρλιάζοντας

το κλάμα της μέρα ήδη ακουγόταν.

Στα σκουπίδια

ένας καθρέφτης σατανικά χαμογελούσε.

 

Καθρέφτες είναι το άλλο ρολόι. Όλα τα ρολόγια μας ενοχλούν. Μένουμε στην κούνια.

 

Λ.Π.―ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Ποιος είσαι σύ που με κοιτάζεις μέσα απ’τον καθρέφτη

ω πανάθλια συντροφιά

ω ανεξιχνίαστο πρόσωπο

Πόσα χρόνια κουβαλήσαμε μαζί το φορτίο της μοίρας;

ω εχθρέ ω τρελέ μου

τρέχεις; κι αν τρέχεις τι;

Άραγε ποιος θα φτάσει πρώτος

εσύ; εσύ; εσύ;

η εγώ;

Μένουμε στην κούνια, είπα. Δεν τη  γλυτώνει κανείς. Καί τα ποιήματα μας ενοχλούν.

 

T.K.―ΣΥΝΟΨΙΣ Γ/ XVI

Τελειώνει το ποίημα.

 Είμαι στα ίδια.

 

* Λευτέρης Πούλιος, ΠΟΙΗΜΑΤΑ επιλογή 1969–1978, Κέδρος, 1982

Τάσος Καπερνάρος, Ακελδαμά/ Λόγος Περί Του Καπνικού Ζητήματος, Νέα Σύνορα–Λιβάνης, 1990

Τάσος Καπερνάρος, Οσημέραι, Κέδρος, 1998

Advertisements

~ από pavlinamarvin στο Δεκέμβριος 13, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: