Αλέξανδρος Κορδάς, Ασθενούντων Πολυφήμου και Σαχτούρη

•Απριλίου 23, 2012 • Γράψτε ένα σχόλιο


-    Κύριε Μίλτο, πως τα βλέπεις τα πράγματα;
Ρώτησε ο Πολύφημος τον ποιητή Σαχτούρη, που κάθονταν στο διπλανό ντιβάνι.
-    Τι τα θες Πολύφημε, γέρασα πια κι ο ουρανός μου κάθισε στο στομάχι.
Πέρασα και μια γερή φυματίωση ξέρεις και δεν αντέχω άλλο τα φαντάσματα. Πες στα κωθώνια τους Γιατρούς να με ξυπνήσουνε, μόλις τελειώσει η Κατοχή και ο Εμφύλιος.
Δεν βγάζεις άκρη με τούτον τον τρελό-γέρο.
Σκέφτηκε ο Πολύφημος κι ένιωσε ξαφνικά να μεγαλώνει.
-Να ήταν άραγε η φωνή του ποιητή ή οι συμφορές που πύκνωναν;
Ποτέ του δεν κατάλαβε.-
Το γεγονός ήταν πως αρκετοί θορυβήθηκαν στο μικρό νοσοκομείο.
Τον υπέβαλαν σ’ εξονυχιστικές εξετάσεις
και τέλος για ν’ αποδείξουν την ισχύ τους εναντίον του,
του έκαναν και μια ένεση στο μάτι.
- Πρόσεξε Πολύφημε! Του είπε ο Σαχτούρης,
Είπαμε Εμφύλιος και Κατοχή, όμως εσύ μεγαλώνεις ασταμάτητα
και σε λίγο
η δύναμή σου θα σκορπάει ακατάσχετα.
Μισό λεπτό όμως γιατί με ειδοποίησαν
απ’ το ακτινολογικό να πάω να παραλάβω τον τρελό λαγό μου.
Ο ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ κατά την απουσία ΣΑΧΤΟΥΡΗ
είδε νοσοκόμους, να μεταγγίζουν την Ακρόπολη,
να διώχνουν τη γενιά του απ’ τις σπηλιές,
Κύκλωπες πεταμένοι στο δρόμο σαν αποτσίγαρα:
-  Δεν ντρέπεστε λιγάκι μωρέ! Ολάκερη γενιά να τη μασάτε,
αυτά δεν τα φαντάστηκε ούτε ο Όμηρος.
Και ο Σαχτούρης σε ακόρντο:
- Αντίχριστοι! Τσαρλατάνοι!
Λίγο έλειψα στην τρύπα του λαγού
κι εσείς γεμίσατε τον τόπο με παγίδες.
- Σιγά Κύριοι, θα μου σηκώσετε το θάλαμο στο πόδι. Απάντησε ο θεράπων ιατρός.
Κι έπειτα τι πρόκειται να διορθωθεί με τις φωνές;
Ο ασθενής, για να σωθεί, σε γύψο μπαίνει,
του ασθενή, του κόβουμε το μέλος, για να μην νοσήσει το σώμα ολόκληρο.
Και έτριβε τα χέρια του, γιατί ήταν ο μόνος που κέρδιζε απ’ την ασθένεια.
Έκτοτε ο Πολύφημος, ο Σαχτούρης κι ο τρελός λαγός εγκατέλειψαν το νοσοκομείο.
Τους έβλεπες στο δρόμο με τις πιτζάμες της κλινικής
να γράφουν συνθήματα του τύπου:
“ Απεταξάμιν την επιστήμη της Ιατρικής!”
ή το πιο επίκαιρο,
“ Ο τρελός λαγός πεθαίνει πάντα τελευταίος.”
Πού αποτέλεσε και θέμα της πτυχιακής μου.
Α! Και όσοι επιθυμούν να δουν τους χαρακτήρες μου
να επαναστατούν εναντίον της σάπιας αυτής κατάστασης,
ας ανατρέξουν στην αρχική εκδοχή του ποιήματος,
που θα τη βρουν τυχαία σε κάποια στοίβα,
αφού θα έχω πεθάνει.

Τα ρούχα του Παναγιώτη

•Ιανουαρίου 29, 2012 • 2 σχόλια

«Ααχ! ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες, στην ζωή σου, τίποτε!»
Γ.Μ. Βιζυηνός

Αμήχανη ήμουν. Κακοντυμένη. Αδέξια βάδιζα. Όλες οι τσουκνίδες των στενότατων πεζοδρομίων δικαιολογημένα μου επιτίθενταν ανελέητα, και δεν ήταν Δευτέρα πρωί εργασίας, αν αυτό νομίσατε· Κυριακή ήταν, που υπό άλλες συνθήκες ίσως θα λέγαμε «καλώς το απόγευμα». Όμως τώρα, βάδιζα χωρίς προορισμό και περίπου χωρίς μάτια, ώσπου είδα, μ’ένα τυχαίο χαμένο μου βλέμμα, εκείνο το, αδύνατον να μην αναγνωρίσω, πλεχτό κασκόλ, τυλιγμένο στον ψηλό λαιμό του μπουφάν με τα διαστημικά χρώματα, και κάτω το  μακρύ όσο δεν παίρνει πανταλόνι με τις τσέπες, και κάτω-κάτω τα παπούτσια του Παναγιώτη, α ναι, τα άνετα παπούτσια του, πολύ πιο άνετα τώρα, ανάλαφρα βάδιζαν. Στην πλάτη, να το σακίδιο με βάθος αλλά―τι του συνέβη;― δίχως βάρος, για πρώτη φορά. Τα πρωτοφανώς ανέμελα ρούχα ήταν σίγουρα του φίλου μου του Παναγιώτη, και στιγμιαία πόση ελπίδα για λίγες βιαστικές κουβέντες με πλημμύρισε, όμως ο φίλος μου δεν ήταν πουθενά, κανένα μέλος του δεν διεφαίνετο εντός τους. Αν μη τι άλλο δίχως σκέψεις, ακολούθησα την καλοβαλμένη φορεσιά, αισχυνόμενη για την δική μου ασκήμια και την ωχρότητά μου. Παρακολούθησα τα ρούχα του Παναγιώτη να επιβιβάζονται αξιοσημείωτα υπερήφανα στο αστικό λεωφορείο και κορδωτά να αποβιβάζονται λίγο αργότερα σε τελείως άγνωστό μου ζαχαροπλαστείο, στην, πεζοδρομημένη τώρα, οδό Μητροπόλεως. Η ενδυμασία εισήχθη στο γλυκοπωλείο χωρίς κανένα πρόσκομμα. Εμένα, που τόλμησα να ανοίξω την γυάλινη πόρτα, με υποδέχτηκε ευγενέστατη κολλαρισμένη λευκή ποδιά, δίδοντάς μου, χωρίς όμως λόγια, να καταλάβω, πως επρόκειτο για πολυτελές ζαχαροπλαστείο που λειτουργούσε αποκλειστικά για να τέρπει ενδύματα ευρισκόμενα σε άδεια, και μόνον κάθε Κυριακή, νωρίς το απόγευμα. Αυτά μου χειρονόμησε η στολή, κλείνοντας στην μούρη μου σταδιακά την πόρτα. Απομακρύνθηκα δέκα βήματα. Τελικά, μετακινήθηκα περισσότερο, να δω τουλάχιστον μέρος του ενδότερου θεάματος από την τζαμαρία, και τότε να: τα ρούχα του Παναγιώτη, αδύνατον, είχαν συναντηθεί σε χαμηλό, στρογγυλό τραπεζάκι με το δικό μου βελούδινο μαύρο φόρεμα, παλαιότερη επιλογή της μητέρας, αγνώριστο μιας και καλοσιδερωμένο όπως ποτέ πριν, α, να και τα στρογγυλά μου μαύρα ψηλά μποτίνια που ενώ στα πόδια μου δεινοπαθούσαν πόσο επιδέξια τώρα λικνίζονταν και διασταυρώνονταν, και το μικρό, βέβαια, πανταχού παρόν, το άλλοτε σκονισμένο, στραπατσαρισμένο μαύρο καπέλο μου, καθαρό και λουσάτο σήμερα, με το ψεύτικο διπλό μαργαριτάρι, που από μηνών το νόμιζα χαμένο, να γυαλίζει επιδεξιότατα καρφιτσωμένο επί της κορδέλας του. Κινούνταν ευχαριστημένα τα σύνολα, και χειρονομούσαν ζωηρά και εντός ολίγου είχαν φτάσει στο τραπέζι τους οι λευκές ποδιές σερβιτόρες και σέρβιραν εξαίσια γλυκίσματα, κορμούς και πραλίνες του πάθους, και, αντί του να προσεταιριστεί έκαστος ρουχισμός μας ολόκληρα μερικά εξ’αυτών, οι καθήμενοι τα μοίρασαν χαρούμενοι όλα εξ’ ημισίας, όπως μοίρασαν προσεκτικά στα μικρά, δίχως χερούλι, ποτήρια τους και το τσάι, που, σε αντίθεση με τα δικά μας γούστα, τα ρούχα μας με κύματα-κύματα την ζάχαρη το έπιναν. Από τα ελαφρώς τρανταζόμενα μανίκια στο σημείο των ώμων καταλάβαινα πως πρόκειται για μακρά, ευχάριστη συζήτηση με αστεία και γέλια. Λίγο πριν αποχωρήσω του θεάματος, πλήρης μελαγχολίας και καταπόνησης, πήρε το μάτι μου κάτι το ελάχιστο, που όμως, πόσο σωτήρια και θεαματικά με παρηγόρησε: τα χαρούμενα ρούχα του Παναγιώτη, ξαφνικά, εγκατέλειψαν για λίγο τη συντροφιά των δικών μου ρούχων· σηκώθηκαν και στάθηκαν μπροστά στην εξώπορτα του καφενείου, στην γυάλινή του πόρτα, στραμμένα προς εμένα, και τότε, το ατσαλάκωτο παντελόνι άρχισε να τεντώνεται μία και δύο και τρεις, στο σημείο όπου θα βρισκόταν ντυμένο άλλοτε το λοξό πονεμένο αριστερό γόνατο του Παναγιώτη, και οι πτυχώσεις στην διάρκεια του τεντώματος φανέρωναν θαρρώ τον ίδιο πόνο, την ίδια στάση και το ελάττωμα του φίλου μου, και εκείνη την ώρα σκέφτηκα πως, ναι, στην τέλεια χαρούμενη συνάντηση των ρούχων μας κάτι έμεινε από μας, από την δυσλειτουργία μας τελοσπάντων, την αστάθειά μας, την απολογία, κάτι έμεινε, έστω από συνήθεια, από γυμνό αυτοματισμό έστω, έμεινε αυτό το κάτι στο γόνατο, γροθιά να δίνει, να πονά η ανοίκεια σ’εμάς τελειότητα.

Με τον Λευτέρη και τον Τάσο στο πάρκο

•Δεκεμβρίου 13, 2011 • Γράψτε ένα σχόλιο

ή

εν αγνοία τους οι  Πούλιος, Καπερνάρος

μεταξύ τους και μαζί μου*

 

Είμαστε στριμμένοι. Κάνουμε μανικά κούνια που τρίζει σε ένα παραμελημένο αστικό πάρκο με πυκνή άναρχη βλάστηση και δεν ξέρουμε τί ώρα είναι. Κάθομαι στη μέση, γίνομαι αγόρι για να με αφήνουν να ακούω, τρία αγόρια το ένα με φόρεμα και όλα έντρομα μπροστά στο χρόνο.

Τ.Κ.―ΝΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕ ΡΟΛΟΓΑΚΙ

Κωστάκη, από δω κι εμπρός

τα ρολογάκια θα ρυθμίζουν τη ζωή σου.

Κομμένη η αναρχία των σοκολατούχων και των παραμυθιών.

Από δω κι εμπρός

χιλιάδες ρολογάκια σιωπηλά κι απάνθρωπα

χιλιάδες ρολογάκια που ηχούν δαιμονισμένα.

Λ.Π―ΤΟ ΡΟΛΟΙ

Έχω ένα μικρό ρολόι στο κεφάλι μου

που δουλεύει δουλεύει άπαυτα δουλεύει

μετρώντας τον εσωτερικό χρόνο ρυθμίζοντας

την αρμονία του είναι μου.

είναι ένα μαγαζάκι με ρολόγια το κορμί μου

που παίζουν συνεχώς μα ωστόσο ξέφρενα

τη συμφωνία της ζωής·

μπορώ να πω πως είμαι ένα μεγάλο κάθετο εκρεμμές

πού σε κάθε τίκ τάκ γεννάει

Αφροδίτες και Ερμήδες.

Σαν να τους ξέρω χρόνια, σ’ένα πεδίο απροσπέλαστο στη φθορά. Λέω πως θα μιλήσουν για τα περασμένα, έχουνε πιο πολλά από μένα, όμως, στα αζήτητα η δράση, τα ταξίδια, τα μεγάλα γεγονότα. Κερδίζει μία νύχτα, ένα βρακί, μία μπουκάλα.

 

Λ.Π.―ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΕΧΕΤΑΙ ΤΙΤΛΟ

Πιωμένος κι ευτυχισμένος παραπατάω απόψε

στα κατεψυγμένα βαθουλώματα ανεξάντλητου κεφιού.

(…)

Με κυκλώνει από παντού

μια ζωή από βρακιά.

Τ.Κ―ΔΕΗΣΗ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

(…)

Αργά τη νύχτα

την όλα που όλα τα χέρια αναπαύονται

Το χέρι της―πώς διάβολο την έλεγαν;―

έσκυψε και είπε

«ξέρεις, δεν φορώ βρακί».

Αγκαλιαστήκαμε πονεμένα

σαν χέρια τυφλά.

Η νύχτα κάλπαζε γοργά ουρλιάζοντας

το κλάμα της μέρα ήδη ακουγόταν.

Στα σκουπίδια

ένας καθρέφτης σατανικά χαμογελούσε.

 

Καθρέφτες είναι το άλλο ρολόι. Όλα τα ρολόγια μας ενοχλούν. Μένουμε στην κούνια.

 

Λ.Π.―ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Ποιος είσαι σύ που με κοιτάζεις μέσα απ’τον καθρέφτη

ω πανάθλια συντροφιά

ω ανεξιχνίαστο πρόσωπο

Πόσα χρόνια κουβαλήσαμε μαζί το φορτίο της μοίρας;

ω εχθρέ ω τρελέ μου

τρέχεις; κι αν τρέχεις τι;

Άραγε ποιος θα φτάσει πρώτος

εσύ; εσύ; εσύ;

η εγώ;

Μένουμε στην κούνια, είπα. Δεν τη  γλυτώνει κανείς. Καί τα ποιήματα μας ενοχλούν.

 

T.K.―ΣΥΝΟΨΙΣ Γ/ XVI

Τελειώνει το ποίημα.

 Είμαι στα ίδια.

 

* Λευτέρης Πούλιος, ΠΟΙΗΜΑΤΑ επιλογή 1969–1978, Κέδρος, 1982

Τάσος Καπερνάρος, Ακελδαμά/ Λόγος Περί Του Καπνικού Ζητήματος, Νέα Σύνορα–Λιβάνης, 1990

Τάσος Καπερνάρος, Οσημέραι, Κέδρος, 1998

Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Της ποιήτριας/ VI

•Σεπτεμβρίου 29, 2011 • 1 σχόλιο

Όταν γίνω διάσημη

θάχω καβαλιέρους

ένα μαύρο φόρεμα

και γυναικολόγο

 

 

 

 

 

 

 

H Νανά βλέπει και γράφει

•Μαρτίου 20, 2011 • 3 σχόλια

Λοιπόν,
στο όνειρο, ήμαστε άγνωστες. Χώρα επίσης άγνωστη, ανατολική, ρημαγμένη από κάποια περασμένη καταστροφή. Εσύ φτάνεις με τρένο. Είσαι κάπως χαμένη και αγεωγράφητη, κατεβαίνεις, βαδίζεις προς τη λάθος συνοικία, παρά τις νουθεσίες των γύρω: μην πας προς τα κει, σου λένε. Συναντιόμαστε τυχαία, με προφταίνεις καθώς περπατώ, βαδίζουμε μαζί αμίλητες για λίγο, αργά. Φοράμε ρούχα εποχής, φτωχικά, παλιά, φθαρμένα, μαντίλια, ζακέτες, εσύ καπέλο σαν τον ασβό. Μιλάμε η μία στην άλλη με στίχους, εσύ με τους δικούς μου και αντιστρόφως. Μου λες ότι ήρθες αναζητώντας αγαπημένο πρόσωπο, εγώ σου λέω ότι δεν υπάρχει εδώ και καιρό κανείς εδώ, το τοπίο είναι όντως έρημο από ανθρώπους, η μέρα ζεστή, ανοιξιάτικη. Σου λέω ότι πρέπει να γυρίσεις πίσω, το ίδιο θα έκανα αν μπορούσα κι εγώ. Μου λες ότι προτιμάς να περιμένεις, ότι είσαι σίγουρη. Έπειτα σκεφτόμαστε ότι πρέπει να ράψουμε τα ρούχα μας. Εγώ σε αποχαιρετώ, με ρωτάς αν αυτό είναι απαραίτητο, θα ήθελες να έμενα μαζί σου, εγώ σου απαντώ ότι δεν μπορώ να σταματήσω να περπατάω. Δεν μοιάζεις να καταλαβαίνεις, μου κρατάς το χέρι ενώ εγώ φεύγω, το δικό σου μένει μετέωρο, κοιτάζεις τρομαγμένη αν έρχεται κανείς, δεν καταλαβαίνεις ότι συνεχίζω και φεύγω. Ξυπνάω με τη συνειδητοποίηση ότι στο όνειρο ήμαστε φαντάσματα και ότι αυτή είναι η τιμωρία μας.

Το πρώτο φόρεμα

•Μαρτίου 10, 2011 • 3 σχόλια

Χτυπούσα τα πόδια μου και τα χέρια στο πάτωμα, και δεν ακουγόταν τίποτα. Τόσο μικρή ήμουνα. Θέλανε να μου φορέσουνε τα ναυτικά. Μπλε παντελονάκι και λευκό πουκάμισο με γιακά. Ξερνάω ακόμα. Φόρεμα ήθελα εγώ. Ένα είχαμε στη ντουλάπα, κι αυτό δανεικό. Απίθανα χρώματα, ανύπαρκτα, και το χαιρότανε μόνον η κρεμάστρα. Εκείνο το απόγευμα, ή θα το ξέσκιζα ή θα το φόραγα.

Αλίμονο: δεν έβγαινε τίποτα. Πλέον σε αφωνία, ξάπλωσα στο κρεβάτι μόνο με το βρακί, ξέπνοη από το κλάμα. Σταύρωσα τα χέρια μου σαν πεθαμένος και είπα με νεκρικό μίσος στον πατέρα μου: «Βάλε μου. Ο,τι θέλεις».

Κατεβήκαμε στην πλατεία σοβαροί, αμίλητοι σαν να φορούσαμε όλοι ναυτικά, να δούμε τη φάτνη. Το θαύμα έπρεπε να συμβεί και συνέβει εκεί: κάποιος, είχε κλέψει από μέσα το Χριστό. Πού πήγανε; Ήμουνα ξαφνικά, μια άσχημη μικρή ευτυχισμένη. Κάποιος είχε αλλάξει την τροπή της ιστορίας: είχε κλέψει το Χριστό και είχε βγει να πιει μαζί του. Έσφιγγα τις γροθίτσες, γελούσα και το άκουγαν όλοι, τόσο μικρή ήμουνα.

Εγκαίνια

•Ιανουαρίου 26, 2011 • 2 σχόλια

χωρίς να ξέρουμε

στον καθρέφτη κάναμε τα εγκαίνια της φιλίας μας

κάτι ξέραμε

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.